ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ Ε. Ι. 18/12/2018

Η Επιτροπή Ιπποδρομιών της Φιλίππου Ένωσης Ελλάδος εξέτασε τις παρασχεθείσες από 21ης Νοεμβρίου 2018 εξηγήσεις του προέδρου του σωματείου με την επωνυμία ένωση ιδιοκτητών δρομώνων λοιπόν Ελλάδος (ΕΙΔΙΕ) , οι οποίες παρασχέθηκαν σε συνέχεια της από 30ης  Οκτωβρίου 2018 κλήσης προς παροχή εξηγήσεων (αριθμός πρωτοκόλλου 2302/30.10.18).

Με τις έγγραφες εξηγήσεις ο κύριος Μάριος Κουτσομύτης καταφάσκει ως προς το δεδομένο ότι η ανακοίνωση που εξεδόθη στις 24 Οκτωβρίου 2018 εξεδόθη πράγματι από την Ένωση Ιδιοκτητών Δρομώνων Ίππων της οποίας περαιτέρω επιβεβαιώνει ότι τυγχάνει πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.

Οι υπό Α. ισχυρισμοί , ως περιέχονται στις εξηγήσεις,  κρίνονται ότι τείνουν στην αμφισβήτηση περί του με ποια ιδιότητα καλείται να παρέχει τις εξηγήσεις, περιέχουν όμως καταρχήν την κατάφαση ότι η έκδοση της ανακοίνωσης αποτελεί συλλογική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου .

Δεύτερον και κρισιμότερο για την παρούσα απόφαση , επιβεβαιώνουν ότι ο ίδιος ενεργεί πράγματι ως εκπρόσωπος αυτού του συλλογικού οργάνου, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει συνδικαλιστικό. Έχει κριθεί (ΜονΠρωτΘες/κης 10749 / 2017, δημοσιευθείσα στην τράπεζα νομικών πληροφοριών Ισοκράτης) ότι ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με το νομικό πρόσωπο που εκπροσωπεί, στις περιπτώσεις που δημιουργείται Υποχρέωση αποζημίωσης, από πράξεις ή παραλείψεις, κατά την εκτέλεση καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, μέσα στα όρια και πλαίσια της διαχειριστικής εξουσίας του. Ειδικότερα επί προσβολής της προσωπικότητας τρίτου (με την οποία αναλογεί και προσβολή της φήμης και αξιοπιστίας νομικού προσώπου) από εκπρόσωπο νομικού προσώπου, υποχρέωση προς αποζημίωση του προσβληθέντος βαρύνει κατά πρώτο λόγο τον εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο,  ο όποιος με την ιδιότητα του αυτή και μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων δεσμεύει το νομικό πρόσωπο και περαιτέρω το νομικό πρόσωπο καθευατό, το οποίο έχει επιλέξει να εκπροσωπείται από τον συγκεκριμένο  εκπρόσωπο, με μόνη προϋπόθεση ευθύνης και δέσμευσης την , εντός των Ορίων του Καταστατικού, εκπροσώπηση.  Κρίνεται λοιπόν ότι οι  εξηγήσεις οι οποίες παρέχονται από τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου της Ένωσης Ιδιοκτητών Δρομώνων ίππων,  την τυπική εξουσιοδότηση για την έκφραση των οποίων ο ίδιος επιβεβαιώνει, αποτυπώνουν την πραγματική βούληση τόσο του ίδιου όσο και του νομικού προσώπου.

Τέλος η αναφορά στο κείμενο της κλήσεως της ιδιότητας του κυρίου Κουτσομύτη ως ιδιοκτήτη δρομώνων ίππων, συναρτάται με την αρμοδιότητα της Επιτροπής Ιπποδρομιών όσο αυτή στα εισαγωγικά άρθρα της κλήσης καταγράφεται.

Με αυτές τις σκέψεις η Επιτροπή κρίνει ότι νομίμως έχει κληθεί ο κος Κουτσομύτης, χωρίς να απαιτείται να απορριφθεί κάποιος ισχυρισμός αφού τοιούτος δεν προβάλλεται, αντιθέτως ο παρέχων τις εξηγήσεις καθιστά σαφές ότι ‘αντιπαρέρχεται ‘ και υπό κάθε περίσταση τελικώς παρέχει τις εξηγήσεις.

Οι υπό Β. ισχυρισμοί Προτείνουν συλλήβδην αοριστία της κατηγορίας και άρνηση της βασιμότητας αυτού. Από την πρώτη παράγραφο της δεύτερης σελίδας η οποία ξεκινάει με τις λέξεις «όπως προκύπτει....»  και τελειώνει στις λέξεις «.....500.000 δρχ», ήτοι την ενσωμάτωση όλου του άρθρου 4 παρ. 2 Του πίνακα πειθαρχικών ιπποδρομιακών παραπτωμάτων και αδικημάτων, σαφώς προκύπτει ότι απολύτως ορισμένη είναι η κατηγορία, ότι ο παρέχων τις  εξηγήσεις έχει απολύτως καταλάβει όλο το περιεχόμενο αυτής, σε βαθμό ώστε να μπορεί να το εντοπίσει εξειδικευμένα μέσα σε όλον τον πίνακα παραπτωμάτων και να το εντάξει ως μέρος των εξηγήσεων. Εξ αυτού λοιπόν, απορρίπτεται ως αβάσιμη η επικαλούμενη ως καταφανής αοριστία, όπως αυτή επιλέξει καταγράφεται στο στίχο 19 της δεύτερης σελίδας.

Περαιτέρω η αναφορά σε προφανή έλλειψη σκοπού εξύβρισης ή προσβολής, καθιστά σαφές το ότι ο παρέχων τις εξηγήσεις, για πρώτη φορά με αυτές ( και απολύτως όψιμα), αναγκάζεται -σε υπεράσπιση του- να διευκρινίσει το επίπεδο προθέσεων και  συγκεκριμένα να περιγράψει ως προφανώς ελλείποντα σκοπού προσβολής τα αναφερόμενα στην ανακοίνωση. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν ομολογεί ότι υπάρχει αρνητικό πεδίο /αρνητικό περιεχόμενο στα όσα περιέχει η ανακοίνωση, αρνητικό περιεχόμενο μάλιστα τόσο πρόδηλο, ώστε να κρίνεται αναγκαία σε αυτή την δεύτερη φάση η διευκρίνηση περί έλλειψης πρόθεσης /σκοπού εξύβρισης ή προσβολής. Με τον τρόπο αυτό, επιβεβαιώνεται ουσιαστικά η εξεταζόμενη περίσταση, η οποία βεβαίως στο στάδιο της κλήσεως έχει αναφερθεί ως  ενδεχόμενη διάπραξη, ως όφειλε και ως ουσιαστικά ισχύει, καθώς στο στάδιο της κλήσεως ουδεμία προειλημμένη απόφαση υφίσταται και δεδομένο είναι ότι στο στάδιο της κλήσεως στα πλαίσια μιας ενδικοφανούς διαδικασίας, το προσκαλόν όργανο πάντα τηρεί  προϋποθέσεις αμεροληψίας και ενεργεί με γνώμονα αυτήν ακριβώς  την αμεροληψία.

Περαιτέρω δε,  σαφές καθίσταται ότι εφόσον σκοπός της ανακοίνωσης ήταν η προστασία των ελληνικών ιπποδρομιών από πρακτικές που διαπιστώνονται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, αυτές οι πρακτικές ώφειλαν ήδη σε πρώτο χρόνο να έχουν τύχει συγκεκριμενοποίησης , τόσο ειδικής όσο και ονομαστικής. Ωστόσο ούτε στον πρώτο χρόνο της ανακοίνωσης ούτε σε αυτόν τον δεύτερο χρόνο στον οποίο εδόθη η δυνατότητα για παροχή εξηγήσεων, ο παρέχων  αυτές εισφέρει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. Επιχείρημα προς την αντίθετη κατεύθυνση παρέχει μάλιστα η αναφορά, στον τελευταίο στίχο της δεύτερης σελίδας, στην επίκληση του δικαιώματος  άσκησης αρνητικής κριτικής εκ μέρους ενός συνδικαλιστικού συλλογικού οργάνου, υπό την επίκληση μάλιστα της συνδικαλιστικής  υποχρέωσης έναντι των εκπροσώπων. Εν ολίγοις καταφάσκεται ως δεδομένο το ότι είναι αυτονόητη υποχρέωση η άσκηση αρνητικής κριτικής από ένα συνδικαλιστικό όργανο. Με το επιχείρημα αυτό ωστόσο, εκλείπει το ενδεχόμενο αμελούς ή εκ παραδρομής συμπερίληψης στο περιεχόμενο της ανακοίνωσης του χωρίου το οποίο κρίνεται προσβλητικό έναντι του θεσμού, αφού κάθ’ υποφοράν τελικώς ομολογείται ότι συγκεκριμένες φράσεις και εκφράσεις επεδόθησαν αποσκοπούσες σε άσκηση αρνητικής κριτικής. Με την χρήση των λέξεων «ποιο είναι τελικώς το αδίκημα στο οποίο υπέπεσε η ένωση μας, που έβλαψε τους θεσμούς της ΦΕΕ και του Φορέα Ιπποδρομιών» ολοκληρώνεται η παραδοχή ότι τα συγκεκριμένα και αναφερόμενα στην κλήση εδάφια αποτελούν κριτική η οποία περιγράφεται ως συνδικαλιστική δράση, επιρρώνυται δε η εκδοχή ότι η ανακοίνωση απηχεί την πρόθεση και τελικώς την στην πράξη άσκηση συνδικαλιστικής κριτικής έναντι του θεσμού. Τούτο καθώς συνδικαλιστική κριτική έναντι αγνώστων ή έναντι εξωθεσμικών οργάνων καταρχήν δεν νοείται, πολύ περισσότερο εν προκειμένω δεν προκύπτει , ούτε καν με επίκληση από τον παρέχοντα  τις εξηγήσεις.

Για λόγους τόσο ουσιαστικούς όσο και τυπικούς, ειδική μνεία λαμβάνει χώρα ως προς το ότι η κλήση δεν απευθύνθηκε επί σκοπώ ελέγχου της συνδικαλιστικής δράσης της Ε.Ι.Δ.Ι.Ε , περίσταση η οποία μόλις και το πρώτον  με τις παρούσες εξηγήσεις ανεφάνη. Περαιτέρω δε, ρητώς καταγράφεται ότι ουδείς έλεγχος της συνδικαλιστικής  δράσης της ΕΙΔΙΕ λαμβάνει χώρα, ακόμη και μετά την επίκληση αυτού του στοιχείου από τον πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, καθώς το πεδίο εξέτασης της κατ’ ουσίας διάπραξης των ελεγχόμενων παραπτωμάτων , επ’ ουδενί συνδέεται με την ελεύθερη έκφραση του οιουδήποτε, συμπεριλαμβανομένων των (κατά την κατάταξη των ιδίων ) συνδικαλιστικών οργάνων του χώρου.

 Ειδικώς ως προς τον υπό Β.β) ισχυρισμό του κου Μ. Κουτσομύτη, με τον οποίο επιχειρείται  η απόδοση αντικειμενικής και συλλογικής  ευθύνης σε όλα τα μέλη  του Σωματείου της Ε.Ι.Δ.Ι.Ε.,  η Επιτροπή κρίνει ότι ο κατά Νόμον υπεύθυνος και αναλαμβάνων την σχετική ευθύνη για τις ενέργειες του νομικού προσώπου είναι η Διοίκηση  αυτού και εν προκειμένω  ο νόμιμος εκπρόσωπος , ο όποιος θέτει την υπογραφή κάτωθι του κειμένου, κατά δε τα λοιπά είναι πασίδηλο ότι δεν επιτρέπεται ούτε νοείται συλλογική ευθύνη στο πεδίο των πειθαρχικών ή των ποινικών παραπτωμάτων, πεδίο το οποίο ο ίδιος επικαλείται ως πεδίο ελέγχου ( στην σελίδα τρία των εξηγήσεων).

 Με βάση αυτές τις σκέψεις , απαντώνται και απορρίπτονται οι ισχυρισμοί που τίθενται υπό Β.

Οι υπό Γ. ισχυρισμοί αναφέρονται σε αποσπασματική καταχώρηση στην κλήση – κατηγορητήριο, τμήματος της ανακοίνωσης, χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς του παρέχοντος, να συμπεριλαμβάνεται ή να συνεκτιμάται το προοίμιο της ανακοίνωσης και το όλον πνεύμα αυτής. Από την ανάγνωση του χωρίου που περιέχεται  και στην κλήση, προκύπτει ότι οι φράσεις «έχει εδραιωθεί ένα αρνητικό κλίμα» , «δεν επιτρέπει την ανάπτυξη του Ιπποδρόμου» , «φαινόμενα και προβλήματα που έχουν τις ρίζες τους στα χρόνια που ο ιππόδρομος ήταν υπό την σκέπη του Δημοσίου» , «πρακτικές παράγκας και τρομοκρατίας που η ΕΙΔΙΕ έχει ήδη έχει καταγγείλει ωθούν το άθλημα σε διέξοδο» σαφές καθίσταται ότι σε καμία περίπτωση δεν περιγράφεται  θετικά ο ιππόδρομος, η λειτουργία του, οι προδιαγραφές του για μελλοντική εξέλιξη, η εν γένει πραγματικότητα του Ιπποδρόμου. Αντιθέτως κυριαρχούν μόνο αρνητικού περιεχομένου λέξεις και εκφράσεις. Από το ίδιο το εδάφιο προκύπτει επιπλέον ότι αυτές οι απολύτως αρνητικού  περιεχόμενου αναφορές και περιγραφές έχουν γνωστοποιηθεί και σε τρίτους και εν προκειμένω  στον Υπουργό Αθλητισμού. Με το περιεχόμενο αυτό, η ανακοίνωση της ΕΙΔΙΕ στοιχειοθετεί την κατά τη μέση αντίληψη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας, αντικειμενικότητας, αμεροληψίας και προφανώς και του παραγόμενου αποτελέσματος στο ΄Αθλημα. Από αυτό το Αθλητικό /αγωνιστικό αποτέλεσμα, εκ του Νόμου (ν. 4172/2013 και ν. 4338/2015 τουλάχιστον ) εξαρτάται και συναρτάται το στοιχηματικό αποτέλεσμα,  στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα απονεμόμενα έπαθλα προς τους ίδιους τους Ιδιοκτήτες, προπονητές και αθλητές/αναβάτες. Σαφές δυστυχώς καθίσταται ότι το ως άνω αγωνιστικό αποτέλεσμα,  με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση ευθέως συνδέεται με ‘πρακτικές παράγκας και τρομοκρατίας‘ , ενώ επιπλέον αυτών και με ‘φαινόμενα που έχουν τις ρίζες τους τα χρόνια που ο Ιππόδρομος ήταν υπό την σκέπη του Δημοσίου’ .

        Με δεδομένα ότι :

το τμήμα εκείνο που ήταν υπό την σκέπη του Δημοσίου σήμερα  αποτελεί το μείζον αντικείμενο διαχείρισης του φορέα Διεξαγωγής, ο Φορέας Διεξαγωγής ελέγχεται από την Φίλιππο Ένωση ως προς το παραγόμενο Αθλητικό αποτέλεσμα.

Η Φίλιππος Ένωσις επικυρώνει το αποτέλεσμα επί τη βάσει του οποίου απονέμονται Έπαθλα από τον Φορέα και διεξάγεται Δημόσιο Στοίχημα από τον Φορέα, σαφές καθίσταται ότι οι αναφορές αυτές ευθέως στρέφονται εναντίον τόσο του Φορέα Διεξαγωγής όσο και εναντίον της Φιλίππου Ενώσεως.

 Και ναι μεν, ο παρέχων τις εξηγήσεις σε αυτό το δεύτερο στάδιο διευκρινίζει, ότι οι αναφορές αυτές δεν νοούνται ως ενέργειες της ΦΕΕ και του φορέα ιπποδρομιών, ρητώς αποσυνδέοντάς  απο τα δύο νομικά πρόσωπα τις « πρακτικές παράγκας  και τρομοκρατίας», πλην όμως εισάγει μία αόριστη αιτιολογία ως προς το ποιους ακριβώς οι ισχυρισμοί  αυτοί, κατάδηλα προσβλητικοί, αφορούν ή απευθύνονται. Ειδικώς δε ως προς τον αποδέκτη αυτών, ούτε σε αυτή την όψιμη φάση των εξηγήσεων, γίνεται συγκεκριμενοποίηση ή ονομαστικοποίηση αυτού ή αυτών. Εισέρχεται βεβαίως ένας αόριστος, γενικόλογος ισχυρισμός ότι οι πρακτικές αυτές της παράγκας και της τρομοκρατίας περιγράφουν τις στοχευμένες δυσφημιστικές και ψευδείς ειδήσεις μέσω δημοσιογραφικών Ιστοσελίδων, που προσπαθούν να επιφέρουν σοβαρό κλονισμό της αξιοπιστίας της ιπποδρομιακής κοινότητας και των επαγγελματιών που εργάζονται σε αυτή, καθώς για μεγάλο διάστημα συστηματικά συκοφαντούν, υβρίζουν, λοιδορούν, διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις, απειλούν και τρομοκρατούν τους Έλληνες ιδιοκτήτες. Μάλιστα, ο κύριος Κουτσομύτης, σημειώνει ότι στο στόχαστρο αυτής  της βιομηχανίας παραγωγής καθημερινά ανυπόστατων και ατεκμηρίωτων κατηγοριών έχει μπει και η ΦΕΕ και ο φορέας ιπποδρομιών και διακοινώσεων ότι ‘εμείς θα συνεχίσουμε να καταγγέλλουμε τους συγκεκριμένους κύκλους μέχρις ότου οι ιπποδρομιακοί θεσμοί  τους υποχρεώσουν να πάψουν οριστικά το καταστροφικό για τις ελληνικές ιπποδρομίες έργο τους.»

Ακόμη και σε αυτή ωστόσο την ακροτελεύτια αναφορά, καμία αναφορά, έστω ενδεικτική σε κάποιο διαδικτυακό σύνδεσμο (link ή  url ) ,  σε ιστότοπο, σε όνομα κάποιου εκ των ως άνω αναφερόμενων δημοσιογραφικών ιστοσελίδων ή έστω σε  ad hoc κατονομαζόμενο δημοσίευμα λαμβάνει χώρα. Η απουσία κάθε ειδικής αναφοράς συνεπώς, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι δεν αφορούσε τελικά τον θεσμό της ΦΕ ή την Διοίκηση του Ιπποδρόμου ως αυτή εκφράζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα ιπποδρομιών , σαφές καθίσταται ότι πλήττει και προσβάλλει το θεσμό της ΦΕΕ αλλά και την Διοίκηση του Φορέα Ιπποδρομιών, πληρουμένων έτσι των προϋποθέσεων του αρθ. 4 παρ. 2 του Πίνακα παραπτωμάτων του ελληνικού Κώδικα Ιπποδρομιών.

 Για τους ως άνω λόγους, η Επιτροπή Ιπποδρομιών κρίνει ότι οι εξηγήσεις και οι περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί δεν δύναται να κριθούν ως βάσιμοι.

Για τους παραπάνω λόγους και επαναλαμβάνοντας ως αιτιολογία τις περιεχόμενες,  σε κάθε ένα από τα πεδία ειδικής κρίσης υπό Α., Β. και Γ. ,  καταληκτικές σκέψεις

Η Επιτροπή Ιπποδρομιών κρίνοντας κατά τις προβλέψεις του Κώδικα Ιπποδρομιών, την μέση λογική  και τα πασίδηλα

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

 Ότι πληρώθηκαν οι όροι της παράβασης του αρθ. 4 παρ. 2 του πίνακα Πειθαρχικών Ιπποδρομιακών παραπτωμάτων και αδικημάτων του Κώδικα Ιπποδρομιών και συγκεκριμένα ότι από το περιεχόμενο χωρίο της από 24.10.2018 ανακοίνωσης της ΕΙΔΙΕ, ως στην με αρίθμ. πρώτ.  2302/2018 κλήση περιελήφθη, αποδεδειγμένα προσεβλήθησαν αφενός ο θεσμός της ΦΕΕ , αφετέρου το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιπποδρόμου, ήτοι του με τις σημερινές προβλέψεις φορέα ιπποδρομιών.

Επιβάλλει , κατ’ επιεική κρίση , την ποινή του αποκλεισμού διάρκειας ενός (1) μηνός στον ιδιοκτήτη δρομώνων ίππων κο Μάριο Κουτσομύτη.

 Γίνεται μνεία ότι η απόφαση ελήφθη ομόφωνα και στην επιμέτρηση συνεκτιμήθηκαν ότι ο κος Μ. Κουτσομύτης ρητώς περιέλαβε στις παρασχεθείσες έγγραφες εξηγήσεις του ειδική μνεία περί της επ’ ουδενί σχέσης ή σύνδεσης της ΦΕΕ ή του Φορέα Ιπποδρομιών με τις επικληθείσες από τον ίδιο και το σωματείο που εκπροσωπεί  πρακτικές παράγκας και τρομοκρατίας, αντιθέτως αναγνώρισε ότι και η ΦΕΕ και ο Φορέας έχουν τεθεί στο στόχαστρο των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό έλαβε χώρα  προσπάθεια επανόρθωσης των συνεπειών της πράξης για την οποία ελέγχθηκε και τελικώς τιμωρήθηκε πειθαρχικά, μειούμενης κατά τούτο της ποινής του σε επίπεδο έλλασσον του ελάχιστου επαπειλούμενου.

Επιτρέπεται η μεταβίβαση ίππων ιδιοκτησίας του κου Μάριου Κουτσομύτη κατά την διάρκεια του αποκλεισμού του, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση για να διαγωνιστούν ήδη εγγεγραμμένοι ίπποι ιδιοκτησίας του, είναι η άμεση μεταβίβασή τους και οπωσδήποτε άμεσα μετά το στάδιο των δηλώσεων αναβατών και προ της έκδοσης επισήμου προγράμματος. 

Με δεδομένη την ειδική αυτή επιμέτρηση και περαιτέρω την εκτενή επίδραση της ανακοίνωσης η οποία απηχεί την εκτίμηση ενός από τα  σωματεία της ιπποδρομιακής κοινότητας, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει η υπόθεση να διαβιβαστεί και στο Διοικητικό συμβούλιο της ΦΕΕ , όπερ και θα πράξει.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ιπποδρομιών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της Φιλίππου Ενώσεως εντός τεσσάρων (4) εργασίμων ημερών από την ημέρα κοινοποιήσεώς τους/παραλαβής εκ μέρους των ενδιαφερομένων. Ως κοινοποίηση νοείται σε κάθε περίπτωση και η ανάρτηση στον επίσημο ιστότοπο της Φιλίππου Ενώσεως μετά την οποία εκκινεί η ως άνω προθεσμία.

         

                                                 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ

                                       Ν. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ - Α. ΜΑΛΤΕΖΟΣ – Ι.ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Join the Newsletter

Sign up for the newsletter